Thursday, November 16, 2006

Χθες βράδυ

Χθες μετά τη δουλειά δεν γύρισα σπίτι, αλλά προτίμησα να επιδοθώ σε έναν πολύωρο περίπατο. Κάποια στιγμή τα βήματά μου με οδήγησαν σε μια μικρή πλατεία που δεν θυμάμαι να είχα ξαναδεί ποτέ. Έκατσα σε ένα παγκάκι να ξεκουραστώ και μόνο όταν έκατσα συνειδητοποίησα ότι δίπλα μου καθόταν μια γυναίκα γύρω στα 30, ούτε πολύ ωραία ούτε πολύ άσχημη. Με κοίταξε παραξενεμένη και κατάλαβα ότι έκανε να φύγει. Τότε, σαν να έχασα τον έλεγχο του εαυτού μου, σαν οι σκέψεις μου να συνέχισαν να έχουν τον έλεγχο του σώματός μου, την έπιασα και άρχισα να την φιλώ. Αντιστάθηκε στην αρχή, γρήγορα όμως μαλάκωσε και άρχισε να με φιλά κι εκείνη. Μετά από λίγο σηκωθήκαμε και χωρίς να ανταλλάξουμε λέξη την ακολούθησα στο σπίτι της. Ξεκλείδωσε την πόρτα και μόλις η πόρτα άνοιξε της επιτέθηκα. Όσο φιλούσα το πρόσωπό της, όσο κοιτούσα το πρόσωπό της ενώ κάναμε έρωτα, σκεφτόμουν ότι μια απτή μορφή, ένα συγκεκριμένο σχήμα, μια σάρκινη ομορφιά με είχε ξεκολλήσει από το στερέωμα των αφηρημένων συλλογισμών κατεβάζοντάς με για λίγο πάλι στη γη. Ο πόθος μου είχε τη γεύση της νοσταλγίας. Ώρες αργότερα, ξαπλωμένοι στο κρεββάτι του ολοσκότεινου δωματίου της, είχα κολλήσει το στόμα και την μύτη μου στο γυμνό της ώμο και πέρασε από το μυαλό μου η ιδέα ότι στην πραγματικότητα φιλάω και μυρίζω το σκοτάδι, οπότε άρχισα να κοιτώ βαθιά μέσα σ' αυτό ακριβώς το σκοτάδι, ένα σκοτάδι διαυγές αλλά απρόσωπο.

4 Comments:

Blogger Bernardo Soares said...

To ποστ αυτό είναι για τις Σκιές που Μιλούν και τον Nοvalis, και έχει σεβαστεί πλήρως τα πνευματικά δικαιώματα απάντων των τεθνεώτων Πορτογάλων και των ζώντων Ελλήνων.

9:09 AM  
Blogger οι σκιές μιλάν said...

μια σάρκινη ομορφιά με είχε ξεκολλήσει από το στερέωμα των αφηρημένων συλλογισμών κατεβάζοντάς με για λίγο πάλι στη γη. Ο πόθος μου είχε τη γεύση της νοσταλγίας.

Ποτέ δεν ζει κανείς τόσο πολύ όσο όταν σκέπτεται πολύ. [Από το προηγούμενο σου απόσπασμα]

Διαβάζει κανείς τα δύο αποσπάσματα και του γεννάται η εντύπωση πως είσαι, Μπερνάρντο, "αναχωρητής". Και λέω πως δεν είσαι.

Και σκέφτεται κανείς μετά, πως η σκέψη σου κι ο έξω κόσμος είναι σε διάλογο. Και πάλι λέω πως οχι. Δεν έχω την αίσθηση οτι πατάς σε δύο βάρκες.

Έχω την εικόνα τότε από τον ιμάντα με κουτάλες σε ένα ορυχείου που βγάζει από τα έγκατα της γης το ορυκτό έξω στο φώς της μέρας για να χρησιμοποιηθούν σε κάτι. Μόνο που με σένα, η φορά του ιμάντα είναι ανάποδη: είν' απ' έξω προς τα μέσα, φτυαρίζει εικόνες και συνθήκες και τις κατεβάζει μέσα σου για να βιωθούν εκεί.

Αλλά πάλι νομίζω πως ίσως να λέω κουταμάρες.

Καλώς ξαναόρισες. Το ελπίζαμε να φανείς.
:)

1:18 PM  
Anonymous Novalis said...

Ξεκίνησε να γράφει «κάθετι καλό μένει πάντα αγνοημένο», και τελικά έγραψε
«κάθετι ζεστό είναι κάπου θαμμένο».

Ε. Α.

Ωραία η παρομοίωση Σκιές, ταιριαστή.
Σίγουρα δύσκολη - και γι' αυτό, ενδιαφέρουσα - η περίπτωση του Bernardo. Ας μου επιτραπεί να προσθέσω, μεικτή αλλά νόμιμη.
Για μένα (είμαι εγωιστής) θα κρατήσω όλη την τελευταία περίοδο.

Έρρωσθε

1:59 PM  
Blogger Maria_Adouaneta (Δε με λενε Μαρία) said...

Σειρά μου...

7:26 AM  

Post a Comment

Links to this post:

Create a Link

<< Home