Thursday, November 16, 2006

Χθες βράδυ

Χθες μετά τη δουλειά δεν γύρισα σπίτι, αλλά προτίμησα να επιδοθώ σε έναν πολύωρο περίπατο. Κάποια στιγμή τα βήματά μου με οδήγησαν σε μια μικρή πλατεία που δεν θυμάμαι να είχα ξαναδεί ποτέ. Έκατσα σε ένα παγκάκι να ξεκουραστώ και μόνο όταν έκατσα συνειδητοποίησα ότι δίπλα μου καθόταν μια γυναίκα γύρω στα 30, ούτε πολύ ωραία ούτε πολύ άσχημη. Με κοίταξε παραξενεμένη και κατάλαβα ότι έκανε να φύγει. Τότε, σαν να έχασα τον έλεγχο του εαυτού μου, σαν οι σκέψεις μου να συνέχισαν να έχουν τον έλεγχο του σώματός μου, την έπιασα και άρχισα να την φιλώ. Αντιστάθηκε στην αρχή, γρήγορα όμως μαλάκωσε και άρχισε να με φιλά κι εκείνη. Μετά από λίγο σηκωθήκαμε και χωρίς να ανταλλάξουμε λέξη την ακολούθησα στο σπίτι της. Ξεκλείδωσε την πόρτα και μόλις η πόρτα άνοιξε της επιτέθηκα. Όσο φιλούσα το πρόσωπό της, όσο κοιτούσα το πρόσωπό της ενώ κάναμε έρωτα, σκεφτόμουν ότι μια απτή μορφή, ένα συγκεκριμένο σχήμα, μια σάρκινη ομορφιά με είχε ξεκολλήσει από το στερέωμα των αφηρημένων συλλογισμών κατεβάζοντάς με για λίγο πάλι στη γη. Ο πόθος μου είχε τη γεύση της νοσταλγίας. Ώρες αργότερα, ξαπλωμένοι στο κρεββάτι του ολοσκότεινου δωματίου της, είχα κολλήσει το στόμα και την μύτη μου στο γυμνό της ώμο και πέρασε από το μυαλό μου η ιδέα ότι στην πραγματικότητα φιλάω και μυρίζω το σκοτάδι, οπότε άρχισα να κοιτώ βαθιά μέσα σ' αυτό ακριβώς το σκοτάδι, ένα σκοτάδι διαυγές αλλά απρόσωπο.

Saturday, November 04, 2006

Ζώντας εντόνως

H ζωή είναι ένα πειραματικό ταξίδι που γίνεται παρά τη θέλησή μας. Είναι ένα ταξίδι του πνεύματος μέσα από την ύλη· καθώς το πνεύμα ταξιδεύει, ο άνθρωπος βιώνει μέσα από το πνεύμα τη ζωή. Κι έτσι, υπάρχουν ψυχές ονειροπόλες που έχουν ζήσει, πιο έντονα, πιο πλατιά, πιο συνταρακτικά από άλλες που έζησαν την εξωτερική ζωή. Αυτό που μετράει είναι τ' αποτέλεσμα: ό,τι νιώσαν οι αισθήσεις, αυτό βιώθηκε μονάχα. Μπορεί να επιστρέψει κανείς το ίδιο κουρασμένος από ένα όνειρο, όσο κι από μια εργασία ορατή.
Ποτέ δεν ζει κανείς τόσο πολύ όσο όταν σκέπτεται πολύ.
Αυτός που στέκεται στη γωνιά της αίθουσας χορεύει μ' όλους τους χορευτές. Τα βλέπει όλα, κι επειδή τα βλέπει όλα, τα ζει όλα. Καθώς τα πάντα, στην ουσία τους και στην κατάληξή τους, δεν είναι παρά η δική μας αίσθηση, η επαφή μ' ένα κορμί αξίζει όσο και η όψη του, ή μέχρι κι η απλή ανάμνησή του.
Χορεύω, λοιπόν, όταν βλέπω να χορεύουν.

Friday, November 03, 2006

Τεχνητή Χρησιμότητα

Και τελικά, πάνω από τα γυαλιστερά σκοτάδια των σκεπών, το κρύο φως ενός χλιαρού πρωινού που χαράζει σαν ένα μαρτύριο της Αποκάλυψης. Μεγαλώνει και πάλι η τεράστια νύχτα της φωτεινότητας. Αρχίζει και πάλι η παντοτινή φρίκη - η μέρα, η ζωή, η τεχνητή χρησιμότητα, η δραστηριότητα χωρίς το αντίδοτό της. Μια φορά ακόμη, ξυπνάει η φυσική μου προσωπικότητα, ορατή και κοινωνική, μεταβιβάσιμη με λόγια που δεν σημαίνουν τίποτα και εκτεθειμένη στις κινήσεις των άλλων, στη συνείδηση των άλλων. Για μια φορά ακόμη, είμαι εγώ, έτσι όπως δεν είμαι.
Με το πρώτο αμυδρό αντιφέγγισμα του ερέβους, που πλαταίνει τις γκριζωπές αμφιβολίες στις χαραμάδες των παντζουριών -που, Θεέ μου, δεν έχουν τίποτα το ερμητικό ή απόκρυφο-, νιώθω όλο και περισσότερο πως δεν θα μπορέσω να διαφυλάξω τούτο το καταφύγιο: να είμαι ξαπλωμένος, να μην κοιμάμαι, μα να μπορώ να κοιμηθώ, να χάνομαι μέσα σε όνειρα, χωρίς να ξέρω πως υπάρχουν η αλήθεια και η πραγματικότητα, ανάμεσα σε μια φρέσκια θερμότητα καθαρών σεντονιών και μιας άγνοιας -που αγγίζει τα όρια της άνεσης- της ύπαρξης του κορμιού μου.
Νιώθω να φεύγει μακριά μου η ξέγνοιαστη ασυνειδησία με την οποία απολαμβάνω τη συνείδησή μου, η ζωική υπνηλία με την οποία παραμονεύω, με μισόκλειστα βλέφαρα γάτου στον ήλιο, τις κινήσεις που γράφει η λογική της αχαλίνωτης φαντασίας μου. Νιώθω να σβήνουν σιγά σιγά τα προνόμια του μισοσκόταδου, να στερεύουν οι αργοί ποταμοί που κυλούν κάτω από τις φυλλωσιές των ματόκλαδών μου, να χάνεται το βουητό του καταρράκτη μέσα στον ήχο του αίματος που χτυπά στ' αυτιά μου και στην αδιόρατη εμμονή της βροχής. Χάνομαι λίγο λίγο μέχρις ότου βρεθώ ζωντανός.