Friday, December 01, 2006

Κλειστά Παράθυρα

Τα χειρόγραφα των τελευταίων ημερών είχαν γεμίσει το τραπέζι μου και με εμπόδιζαν να γράψω. Τα μάζεψα και τα έβαλα στο σεντούκι μαζί με τα υπόλοιπα. Δεν έκανα καν προσπάθεια να τα ξαναδιαβάσω. Κάθε τι που γράφω έχει ένα συγκεκριμένο χρόνο που τριγυρνά στο μυαλό μου. Στην αρχή η ιδέα, μετά η ιδέα στο χαρτί κι από εκεί όπου την οδηγήσει η γραφή, ύστερα οι διορθώσεις και οι τροποποιήσεις. Μετά -και αυτό είναι μάλλον το αγαπημένο μου σημείο- όταν κλείνω τα μάτια να κοιμηθώ το κείμενο ξαναζωντανεύει στο μυαλό μου και μου προσφέρει μια εσωτερική χαρά, μια ανάταση, μια σχετική ικανοποίηση. Εν συνεχεία σχεδόν αυτόματα το μυαλό μου οδηγείται από τον κόσμο των γραπτών στον κόσμο των ονείρων, μέχρι που οι δυο κόσμοι μπερδεύονται σφιχτά και δεν ξέρω πια αν ονειρεύομαι ότι γράφω ή αν γράφω ότι ονειρεύομαι.
Την επόμενη ημέρα η επίδραση του κείμενου έχει σβήσει. Δεν επιθυμώ να το ξαναδιαβάσω - δεν αντέχω να το ξαναδιαβάσω. Κάπου έχει αρχίσει να γεννιέται η ιδέα για ένα καινούριο κείμενο και είναι αυτή που τώρα με κεντρίζει.
Τοποθετώντας τα χειρόγραφα στο σεντούκι, σίγουρος πια -ή μάλλον σχεδόν σίγουρος· ποτέ δεν σε εγκαταλείπει εντελώς η ελπίδα σε αυτό το θέμα- ότι θα είμαι ο μόνος αναγνώστης τους, μην έχοντας πια να προσδοκώ από αυτά οποιαδήποτε άλλη συναισθηματική ανταμοιβή πέραν αυτής που εγώ ο ίδιος προσφέρω στον εαυτό μου, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την εμφάνισή τους στο χαρτί, αναρωτήθηκα μήπως τελικά η πλήρης απεξάρτησή τους από τους άλλους, το πλήθος, το κοινό, με προφυλάσσει από πικρίες και ματαιώσεις που τελικά θα παρενέβαιναν και θα έπλητταν το μόνο πράγμα που με απασχολεί σε αυτή τη ζωή, το να γράφω.
Αν δηλαδή υπήρχε τρόπος τα χειρόγραφα να περνάνε στον κόσμο την ώρα που τα γράφω και αν υπήρχε τρόπος να εισπράττω την αντίδραση του κόσμου, είναι πολύ πιθανό να μπολιαζόμουν με απογοήτευση πάνω στην απογοήτευση, βλέποντας ότι η συγκίνησή μου δεν έχει εμένα μοναχά μοναδικό πομπό, αλλά εμένα και μοναδικό δέκτη.
Κάποιος πετάξε μια πέτρα στο παράθυρο· ίσως κάποιο παιδί, ίσως κάποιος άστοχος ερωτευμένος. Έξω έχει ήλιο, αλλά γράφω πάντα με τα παράθυρα κλειστά. Δεν θέλω καθαρό αέρα την ώρα που γράφω, θέλω να αναπνέω μόνο τον αέρα των λέξεών μου.
Καμιά φορά αυτό μου αρκεί, καμιά όχι, είτε μου αρκεί όμως είτε όχι, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

Thursday, November 16, 2006

Χθες βράδυ

Χθες μετά τη δουλειά δεν γύρισα σπίτι, αλλά προτίμησα να επιδοθώ σε έναν πολύωρο περίπατο. Κάποια στιγμή τα βήματά μου με οδήγησαν σε μια μικρή πλατεία που δεν θυμάμαι να είχα ξαναδεί ποτέ. Έκατσα σε ένα παγκάκι να ξεκουραστώ και μόνο όταν έκατσα συνειδητοποίησα ότι δίπλα μου καθόταν μια γυναίκα γύρω στα 30, ούτε πολύ ωραία ούτε πολύ άσχημη. Με κοίταξε παραξενεμένη και κατάλαβα ότι έκανε να φύγει. Τότε, σαν να έχασα τον έλεγχο του εαυτού μου, σαν οι σκέψεις μου να συνέχισαν να έχουν τον έλεγχο του σώματός μου, την έπιασα και άρχισα να την φιλώ. Αντιστάθηκε στην αρχή, γρήγορα όμως μαλάκωσε και άρχισε να με φιλά κι εκείνη. Μετά από λίγο σηκωθήκαμε και χωρίς να ανταλλάξουμε λέξη την ακολούθησα στο σπίτι της. Ξεκλείδωσε την πόρτα και μόλις η πόρτα άνοιξε της επιτέθηκα. Όσο φιλούσα το πρόσωπό της, όσο κοιτούσα το πρόσωπό της ενώ κάναμε έρωτα, σκεφτόμουν ότι μια απτή μορφή, ένα συγκεκριμένο σχήμα, μια σάρκινη ομορφιά με είχε ξεκολλήσει από το στερέωμα των αφηρημένων συλλογισμών κατεβάζοντάς με για λίγο πάλι στη γη. Ο πόθος μου είχε τη γεύση της νοσταλγίας. Ώρες αργότερα, ξαπλωμένοι στο κρεββάτι του ολοσκότεινου δωματίου της, είχα κολλήσει το στόμα και την μύτη μου στο γυμνό της ώμο και πέρασε από το μυαλό μου η ιδέα ότι στην πραγματικότητα φιλάω και μυρίζω το σκοτάδι, οπότε άρχισα να κοιτώ βαθιά μέσα σ' αυτό ακριβώς το σκοτάδι, ένα σκοτάδι διαυγές αλλά απρόσωπο.

Saturday, November 04, 2006

Ζώντας εντόνως

H ζωή είναι ένα πειραματικό ταξίδι που γίνεται παρά τη θέλησή μας. Είναι ένα ταξίδι του πνεύματος μέσα από την ύλη· καθώς το πνεύμα ταξιδεύει, ο άνθρωπος βιώνει μέσα από το πνεύμα τη ζωή. Κι έτσι, υπάρχουν ψυχές ονειροπόλες που έχουν ζήσει, πιο έντονα, πιο πλατιά, πιο συνταρακτικά από άλλες που έζησαν την εξωτερική ζωή. Αυτό που μετράει είναι τ' αποτέλεσμα: ό,τι νιώσαν οι αισθήσεις, αυτό βιώθηκε μονάχα. Μπορεί να επιστρέψει κανείς το ίδιο κουρασμένος από ένα όνειρο, όσο κι από μια εργασία ορατή.
Ποτέ δεν ζει κανείς τόσο πολύ όσο όταν σκέπτεται πολύ.
Αυτός που στέκεται στη γωνιά της αίθουσας χορεύει μ' όλους τους χορευτές. Τα βλέπει όλα, κι επειδή τα βλέπει όλα, τα ζει όλα. Καθώς τα πάντα, στην ουσία τους και στην κατάληξή τους, δεν είναι παρά η δική μας αίσθηση, η επαφή μ' ένα κορμί αξίζει όσο και η όψη του, ή μέχρι κι η απλή ανάμνησή του.
Χορεύω, λοιπόν, όταν βλέπω να χορεύουν.

Friday, November 03, 2006

Τεχνητή Χρησιμότητα

Και τελικά, πάνω από τα γυαλιστερά σκοτάδια των σκεπών, το κρύο φως ενός χλιαρού πρωινού που χαράζει σαν ένα μαρτύριο της Αποκάλυψης. Μεγαλώνει και πάλι η τεράστια νύχτα της φωτεινότητας. Αρχίζει και πάλι η παντοτινή φρίκη - η μέρα, η ζωή, η τεχνητή χρησιμότητα, η δραστηριότητα χωρίς το αντίδοτό της. Μια φορά ακόμη, ξυπνάει η φυσική μου προσωπικότητα, ορατή και κοινωνική, μεταβιβάσιμη με λόγια που δεν σημαίνουν τίποτα και εκτεθειμένη στις κινήσεις των άλλων, στη συνείδηση των άλλων. Για μια φορά ακόμη, είμαι εγώ, έτσι όπως δεν είμαι.
Με το πρώτο αμυδρό αντιφέγγισμα του ερέβους, που πλαταίνει τις γκριζωπές αμφιβολίες στις χαραμάδες των παντζουριών -που, Θεέ μου, δεν έχουν τίποτα το ερμητικό ή απόκρυφο-, νιώθω όλο και περισσότερο πως δεν θα μπορέσω να διαφυλάξω τούτο το καταφύγιο: να είμαι ξαπλωμένος, να μην κοιμάμαι, μα να μπορώ να κοιμηθώ, να χάνομαι μέσα σε όνειρα, χωρίς να ξέρω πως υπάρχουν η αλήθεια και η πραγματικότητα, ανάμεσα σε μια φρέσκια θερμότητα καθαρών σεντονιών και μιας άγνοιας -που αγγίζει τα όρια της άνεσης- της ύπαρξης του κορμιού μου.
Νιώθω να φεύγει μακριά μου η ξέγνοιαστη ασυνειδησία με την οποία απολαμβάνω τη συνείδησή μου, η ζωική υπνηλία με την οποία παραμονεύω, με μισόκλειστα βλέφαρα γάτου στον ήλιο, τις κινήσεις που γράφει η λογική της αχαλίνωτης φαντασίας μου. Νιώθω να σβήνουν σιγά σιγά τα προνόμια του μισοσκόταδου, να στερεύουν οι αργοί ποταμοί που κυλούν κάτω από τις φυλλωσιές των ματόκλαδών μου, να χάνεται το βουητό του καταρράκτη μέσα στον ήχο του αίματος που χτυπά στ' αυτιά μου και στην αδιόρατη εμμονή της βροχής. Χάνομαι λίγο λίγο μέχρις ότου βρεθώ ζωντανός.